ααααααααα
gpylarinos - 3 iii. Η διαολόστερνα τση περάγκαθος
 
Αρχική σελίδα
Ορέ ποίο; Ζακυνθινά στιγμιότυπα
=> Περιεχόμενα
=> 1. Εισαγωγή
=> 2. Γλωσσάρι
=> 3.Ιστορίες του Ντάντου
=> 3i. O 13ος
=> 3ii. Ο Στραβογιάννης και η Άρφα τση αγάπης
=> 3 iii. Η διαολόστερνα τση περάγκαθος
=> 3.iv. O Ντάντος ο πολυμήχανος
Ζάκυνθος
Οι κυνηγοί της Όστριας
Λεωνίδας
webmaster
Επικοινωνία
Λίστα συνδέσμων
Γκαλερί

3.ΙΙΙ. Η διαολόστερνα τση περάγκαθος[46]

-       Ε, καλησπέρα παιδία, τι κάνετε; Ο Ντάντος εμφανίστηκε χαρούμενος και καλοντυμένος.

-       Καλησπέρα Ντάντο. Που πας και έβαλες τα καλά σου ;

-       Δεν πάω, έρχομαι. Ήμουνα στη μπεράγκαθο, στο πανηγύρι.

-       Μα τι είναι ευτούνη η περάγκαθο; Τι δουλειά έχουνε τ΄αγκάθια με το πανηγύρι; Και τι πανηγύρι λές ;

-       Η περάγκαθο είναι μοναστήρι τση Παναγίας, δεν έχει δουλειά με τ΄ αγκάθια. Δεν ξέρτε τίποτσι;

-       Όχι, έλα πες μας.

 

      Όπως συνήθως, κρεμαστήκαμε από πάνω του και ταχτοποιηθήκαμε στη γωνιά έτοιμοι να ακούσουμε την καινούργια ιστορία του.

-       Που λέτε παιδία, η περάγκαθο είναι μοναστήρι τση Παναγίας και είναι κοντά στο Γκοιλιωμένο[47].

-       Μα που είναι ο κυλιομένος; Ρωτάγαμε εμείς, που σκεφτήκαμε αμέσως ότι πρόκειται για κάτι που κυλάει, και μάλιστα με τη φαντασία μας είδαμε έναν τεράστιο γίγαντα με σφαιρικό σχήμα και δυο κοντά πόδια που αντί να περπατάει κύλαγε στο δρόμο, κουνώντας πάνω κάτω τα κοντά του χέρια για να μπορεί να στρίβει, όπως κάναμε κι εμείς όταν τρέχαμε γύρω γύρω στο χείλος της νεόσκαφτης δεξαμενής του σχολείου, με κίνδυνο να πέσουμε μέσα.

-       Ο Κοιλιωμένος είναι χωρίο, λέει προς μεγάλη μας απογοήτευση ο Ντάντος. Ευτούνο το χωρίο είναι δύο ώρες από δω με τα πόδια, αλλά εγώ επήα με αυτοκίνητο! Γλέπετε έβαλε το φορτηγό του για το πανηγύρι ο Μίμης από τη Βολίμα και ανεβήκαμε ούλοι οι χωριανοί στη γκαρότσα και μας επήε στο πανηγύρι. Εκεί να ιδείτε κόσμο!

-       Και δε μας λες μουρέ Ντάντο, είναι μεγάλο το μοναστήρι;

-       Ού, πολύ μεγάλο. Και για να ιδείτε πόσο είναι, έχει μία στέρνα, μα τι στέρνα, μία δραγκουνάρα[48] που τηνε λένε διαολόστερνα!

-       Και τι δουλειά έχει μουρέ Ντάντο η διαολόστερνα σε μοναστήρι; Ψέματα μας ε λές. Αστα ευτούνα και λέγε την αλήθεια.

-       Την αλήθεια σας ε λέω μα τον άγιο – μεγάλη η χάρη του. Ακούτε το λοιπό για να μαθαίνετε. Η στέρνα ευτούνη είναι τόσο μεγάλη που άμα τηράς από το φιλιατρό[49] τση, δε γλέπεις τον πάτο τση. Και τηνε λένε διαολόστερνα, γιατί την έφτιασε ένας διάολος!

-       Και τι δουλειά έχει στο μοναστήρι ο διάολος μουρέ Ντάντο; Μουρλός είσαι;

-       Μα ο διάολος φυτρώνει πάντα εκεί που δεν έχει δουλειά. Έτσι και δώ, επήε στο μοναστήρι και ήθελε να κολάσει το γούμενο. Μα ο γούμενος ήτουνα τετραπέρατος και τον εκορόϊδεψε το σόρνταδο.

-       Και τι πάει να πεί ότι ήθελε να τονε κολάσει; (Όλοι μας είχαμε σχηματίσει στο μυαλό μας κάποιες τρομερές εικόνες της κόλασης από τις φρικιαστικές διηγήσεις των μεγαλύτερων. Σίγουρα όλοι φανταζόμαστε καζάνια με ζεματιστό λάδι που έπεφτε στα κορμιά των άτακτων παιδιών και τεράστιες σούβλες πάνω σε φωτιές που πάνω τους ψήνονταν τα παιδιά που έκαναν ζημιές στο σχολείο. Γιατί όμως και ο γούμενος; Μήπως έκανε ζημιές και αταξίες κι αυτός;)

-       Όταν λέμε ότι ήθελε να τονε κολάσει, θέμε να πούμε ότι ήθελε να τονε κάμει να πουλήσει τη ψυχή του στο διάολο. Αλλά ευτούνη η δουλειά γένεται μονάχα με συφωνία γραφτή και με ΄πογραφή και βούλα. Επήε το λοιπό ο σόρνταδος και ίλεγε του γούμενου, τι θέλει για να του πουλήσει τη ψυχή του και να ΄πογράψει το συβόλαιο. Εκείνη την εποχή το μοναστήρι ήτουνα καινούργιο και οι καλογέροι ηθέλανε  να φτιάσουνε και μία στέρνα για να χουνε και νερό. Είχανε αρχινίσει να σκάβουνε λοιπό, αλλά είχε βράχο και δεν επήαινε[50]. Γλέπετε εκείνο το γκαιρό[51] δεν ήτουνα τα φουρνέλα[52] και εσκάβανε με το γκασμά[53] και τη μπελαμίνα[54]. Τση πέτρες τση εσπάγανε με τη βαρειά[55].

 

       Ο γούμενος, τη μπρώτη φορά που επήε ο σόρνταδος, δεν τονε πήρε σοβαρά και του ΄πε να φύγει και δεν του χρειάζεται η χάρη του.

Μα ο οξαποδώ επήαινε κάθε μέρα και τούλεγε τα ίδια και τού ΄ταζε λαγούς με πετραχήλια.

Μία από τση πολλές, και απάνου που είχε τη σκάση[56] του ο γούμενος γιατί δεν επήαινε η στέρνα, ο καιρός εκόντευε να χειμωνιάσει και έτσι και επερνάγανε οι βροχές και η στέρνα δεν είχε ετοιμαστεί, νερό δε θα είχανε για τον άλλονε χρόνο.

Απάνου στη σκάση του λοιπό, να σου ο σόρνταδος.

-       Τι θα κάμουμε λοιπό, άγιε γούμενε δε θες τίποτσι ;

-       Έλα δω να σου πώ τι θέλω και θα ν τά ΄βρουμε, του λέει ο γούμενος.

-       Μετά χαράς σ΄ακούω.

-       Θέλω να μου κάμεις ετούτη τη στέρνα. Αλλά κακομοίρη μου τη θέλω βαθεία και μεγάλη, που όμοιά τση να μην είναι άλλη σε ούλο το Τζάντε. Αλλοιώς κακομοίρη μου δε θα ΄πογράψω.

-       Εντάξει γούμενέ μου, θα γίνει ό,τι είπες.

 

      Και μία και δύο ο σόρνταδος παίρνει το γκασμά και τη μπελαμίνα και κατεβαίνει στη ντρούπα που εσγαρλάγανε[57] οι καλογέροι και δεν επήαινε. Δίνει μία με το γκασμά, κάνει μία τρούπα ένα μπόϊ. Δίνει άλλη μία με τη μπελαμίνα, άλλο ένα μπόϊ. Ο γούμενος τα χρειάστηκε, γιατί έτσι που επήαινε ο διάολος, θα ετελείωνε πολύ ογλήγορα τη δουλειά του και θα ερχότανε για το συβόλαιο.

   Τι να κάμει και πώς να γλυτώσει ο γούμενος, έκατσε μέσα στην εκκλησιά γονατιστός  και αρχίνισε να ψέρνει[58] μοναχός του. Εκεί που λέτε τού ΄ρθε η φώτιση. Βγαίνει όξω πιλάλα[59], αλλά ο σόρνταδος είχε τελειώσει και τον επερίμενε όξω από τη στέρνα, γιατί γλέπετε δεν εμπόρειε νά ΄μπει μες την εκκλησιά.

-       Γούμενε, έκαμα ότι μου είπες κι ετελείωσα, έλα να βάλεις την υπογραφή σου.

-       Για μη βιάζεσαι, μωρέ τρισκατάρατε, να ιδώ και γω τι έκαμες, έτσι θα ΄πογράψω ;

-       Εντάξει γούμενε, έλα και θα σου δείξω.

-       Μα ουρέ σόρνταδε, δεν είναι βαθεία όσο σου είπα! Τι να ΄πογράψω, με κογιονάρεις;

-       Καλά ουρέ γούμενε, θα ν τηνε κάμω άλλη τόση, λέει εκειός και δόστου με το γκασμά και τη μπελαμίνα, σε μία ώρα κάνει μία στέρνα που τόσο βαθεία δεν είναι άλλη σε ούλο το νησί. Και μόλις ετελείωσε και ευτούνο το σκάψιμο, δίνει ένα σάρτο[60] και να σου τονε πάλι δίπλα στο γούμενο.

-       Ναι ουρέ σόρνταδε, μα τι στέρνα είναι ετούτη χωρίς φιλιατρό και βούλωμα[61];

-       Έχεις δίκιο γούμενε, αλλά μία και θα σού το φτιάσω, τι φιλιατρό θές ;

-       Θέλω να πας απάνου στο Βραχιώνα[62] κοντά στο χωράφι του Τζίμη που είναι ένας βράχος ίσαμε το μπόϊ σου. Εκειόνε[63] το βράχο θα φέρεις και θα ν του κάμεις τη ντρούπα για να γένει φιλιατρό.

-       Μα ποίονε βράχο να σου φέρω που εδεκεί είναι ούλο βράχοι ;

-       Σκύψε να σου ανέβω καλιτσούρι[64] και σάρτα[65] στο βουνό να σου δείξω.

 

       Δεν επρόλαβε να αποσώσει το λόγο του και μπράφ κάνει μία ο σόρνταδος, με το γούμενο στη μπλάτη του και χάνεται μέσα σε μία σκόνη και μία βρώμα, μα τι βρώμα ήτουνα εκείνη, και να σου τσου απάνου στη γκορφή του Βραχιώνα.

-       Ε[66], ο βράχος σόρνταδε, ετούτονε θέλω για φιλιατρό, του λέει ο γούμενος και του δείχνει ποίονε θέλει. Αμέσως ο σόρνταδος παίρνει με το ΄να χέρι το θεόρατο βράχο και με το άλλο το γούμενο και κάνει άλλη μία βολά μπράφ και να τονε πάλι στη στέρνα.

-        Για, να χτίσουμε τώρα τη στέρνα και ύστερα θα πάρουμε και τα μέτρα του βράχου για να ντονε κόψουμε[67] και να ντονε συγκαιριάσουμε για φιλιατρό.

 

        Ογλήγορα εχτίστηκε και η στέρνα, εμπήκε στη θέση του και το φιλιατρό και το βούλωμα και ούλα ήτουνα εντάξει .

-       Για να ιδώ μουρέ τρισκατάρατε τώρα που εβάλαμε και το φιλιατρό πόσο βαθεία φαίνεται, λέει ο γούμενος και βάνει από τη ντρούπα το κεφάλι του να ιδεί τάχα μου. Αλλά πετιέται τάχατες ξαφνισμένος :

-       Ού τι έπαθα ο κακομοίρης, ουρέ σόρνταδε, μούπεσε μες τη στέρνα το συβόλαιο που είθε να ΄πογράψω, και ποίος κατεβαίνει σε τούτο το χάος που έφτιασες, ούτε τρείς σα ντη σκάλα τη μεγάλη δε φτάνουνε!

-       Μη φοβάσαι γούμενε, εγώ θα κατέβω και θα ν το φέρω αμέσως.

 

       Και λέγοντας έτσι, δίνει μία και κατεβαίνει μες τη στέρνα, και ο γούμενος κλείνει αμέσως το καπάκι και απάνου στο φιλιατρό βάνει ένα μεγάλο σταυρό που ήτουνα στο λαιμό του κρεμασμένος.

Κάνει ο σόρνταδος νά ΄βγει από το φιλιατρό χαρούμενος και με το συβόλαιο στο χέρι, αλλά που. Δεν εγινότανε να περάσει, γιατί ήτουνα ο σταυρός.

-       Κάτσε εκεί μέσα τώρα τρισκατάρατε, να ιδώ τι θα πείς στο αφεντικό σου, του λέει ο γούμενος.

-       Άνοιξέ μου γούμενε γιατί θα γκρεμίσω το μοναστήρι και εσένανε θα σε σουγλίσω.

-       Λέγε ότι θες, τώρα τίποτσι δε μπορείς να κάμεις!

-       Γούμενε, άνοιξέ μου σου λέω, έχω δουλειές να κάμω στην κόλαση.

-       Ούλα εδώ πληρώνουνται, τρισκατάρατε. Δε σου ανοίγω αμα δε γκάμουμε συφωνία.

-       Λέγε γούμενε τι θες για να μου ανοίξεις.

-       Θέλω να ΄πογράψουμε άλλο συβόλαιο που θα λέει ότι δε σου δίνω τη ψυχή μου και ότι δε θα ξαναπατήσεις στο μοναστήρι, ούτε σύ ούτε και κανένας σα ντα μούτρα σου.

-       Και δηλαδή ούλος μου ο κόπος να πάει χαμένος;

-       Αμα δεν υπογράψεις, δε σου ανοίγω.Τι λές ;

-       Δε γένεται. Θα κάτσω μέσα να ιδώ τι νερό θα πιείς.

-       Καλά, κάτσε, δε φτιάνουμε λες άλλη στέρνα αλλού;

 

    Και μόλις είπε έτσι ο γούμενος, έκαμε ότι φεύγει, μα που να πάει, που εσκιαζότανε μη μπάει κάνας άλλος καλόερος και πάρει το σταυρό από το φιλιατρό, και τότενες τι γένεται; Εφώναξε όξω ούλους τσου καλογέρους και τσου ΄πε όσα εγένανε και μη μπειράξουνε το σταυρό γιατί συφορέλια[68] τσου.

-       Και τώρα άγιε γούμενε, τι γένεται; Τι θα κάμουμε για στέρνα; Να σκάψουμε αλλού, και που να πάμε που είναι ούλο βράχοι; Και με το σόρνταδο τι θα γένει; Εκεί μέσα θα κάθεται; Και πόσο θα ν τον ε φυλάμε; Κι άμα μία στιγμή λείψουμε και περάσει κανένας και πάρει το σταυρό; Τότενες θα ΄βγει όξω και τι θα γένουμε;

-       Ακούτε τι θα γένει. Άμα δεν υπογράψει, θα πάμε και θα σκαλίσουμε ένα σταυρό απάνου στο φιλιατρό που δε θα μπορεί κανένας να ν το κουνήσει, για τούτο και του ΄πα να φέρει εκειόνε το βράχο για να κάμει το φιλιατρό. Για πάμε να ν του πούμε τι θα πάθει.

 

     Ούλοι οι καλογέροι μαζί το λοιπό πηαίνουνε και λένε του οξαποδώ:

-       Άκου σόρνταδε τι σου μέλλεται, θα κάτσεις ευτού[69] μέσα, στον αιώνα τον απόντα[70] κακομοίρη μου και ποίος ακούει τον αφέντη σου, μα και σύ πως θα αντέξεις μακρύα από τη ζέστη τση κόλασης οπού είσαι μαθημένος; Θα σκαλίσουμε ένα σταυρό τρείς απιθαμές απάνου στο φιλιατρό, και θα κάτσεις μέσα δεκαφτά ζωές. Λέγε θα ΄πογράψεις;

-       Και έτσι να με κοροϊδέψει εμένανε ένας καλόγερος; Τι θα πω του καπετάνιου στην κόλαση;

-       Θα ν του ειπείς ότι εύρηκες ένανε πούλιο πονηρόνε από τα μούτρα σου γιατί ο γούμενος είχε πατέρα παπά, και τίποτσι άλλο.

-       Καλά λέτε. Έλάτε να ΄πογράψω.

 

         Και χωρίς πολλά λόγια να λέμε, του εκρεμάσανε με ένα σκοινί το καινούργιο συβόλαιο μεσα στη στέρνα και έβαλε με την ορά του την υπογραφή του και τη βούλα του. Ύστερα ανεβάσανε το συβόλαιο και ο γούμενος επήρε το σταυρό από το φιλιατρό και έτσι έπήε στον πατέρα του και ο σόρνταδος και από τότενες δεν εματαφάνηκε.

-       Και καλά ουρέ Ντάντο, και εκειό το νερό το πίνουνε; Δεν είναι διαολισμένο;

-       Μα οι καλογέροι μόλις εσκαπέτησε ο σόρνταδος, επήανε και εκάμανε τση μετάνοιες στσου, ελειτρουήσανε, εμεταλάβανε και εκάμανε αγιασμό. Τη στέρνα την αγιάζανε τρείς μέρες και την Τρίτη μέρα έπιασε μία βροχή, μα τι βροχή, μες το κατακαλόκαιρο. Ήτανε φως φανάρι ότι εσυχωρέθηκε η αμαρτία τσου που εμίλιανε[71] του σόρνταδου. Η στέρνα εγιόμισε μέχρι απάνου και από τότενες το νερό τση δε σώνεται ποτές.

 

        Επίλογος : Aρκετά αργότερα που ήμουνα μαθητής στο Γυμνάσιο στη χώρα, πήγαμε εκδρομή στην μονή Υπεραγάθου στον Κοιλιωμένο και είδα μόνος μου τη στέρνα του μοναστηριού που πράγματι είναι τεράστια για τα δεδομένα του νησιού. Τότε κατάλαβα ότι αυτό ακριβώς το μεγάλο της μέγεθος εδημιούργησε τις ιστορίες και το όνομα διαολόστερνα. Βέβαια διαπίστωσα ότι και αρκετοί άλλοι από τους συμμαθητές μου που καταγότανε από άλλα χωριά, ξέρανε παρόμοιες ιστορίες με αυτή που μας είχε πει ο Ντάντος και όλοι ήξεραν το κακόηχο όνομά της.


 

Το Μοναστήρι της Υπεραγάθου
Βρίσκεται στον  Κοιλιωμένο.
Η Μονή ανήκει στο Σινά και είναι χτισμένη δίπλα στο καταπράσινο και

 πανέμορφο δάσος.

Διακρίνεται σε πρώτο πλάνο η διαολόστερνα

 



[46] Υπεράγαθος

[47] Κοιλιωμένος : Όνομα χωριού

[48] μάλλον η λέξη σχετίζεται με δράκους. Σημαίνει τεράστια στέρνα, βάραθρο.

[49] Το στρογγυλό ή τετράγωνο στόμιο της στέρνας που στις παλιές στέρνες σχηματιζόταν από μια μεγάλη πέτρα, τόσο μεγάλη που έπρεπε από το στόμιο να περνάει εκτός από τον κουβά και ένας άντρας, γιατί μια φορά το χρόνο η στέρνα θέλει καθάρισμα.

[50] δεν σκαβότανε ο βράχος και δεν προχωρούσε η δουλειά

[51] εκείνο τον καιρό

[52] δεν υπήρχε ο δυναμίτης

[53] κασμάς

[54] παραμίνα. Είναι ένα χοντρό σίδερο περίπου 3 μέτρα σε μήκος με διαμορφωμένες κατάλληλα τις δύο άκρες του. Με επανειλημμένα χτυπήματα στο ίδιο σημείο του βράχου ο εργάτης προσπαθούσε να ανοίξει κάποιες τρύπες και με τη βοήθεια καμίας σφήνας να διαμελίσει την πέτρα. Αργότερα, με τη χρήση του δυναμίτη, στις τρύπες που ανοίγονταν με την παραμίνα τοποθετούσαν ένα μασούρι δυναμίτη και ανατίναζαν το βράχο.

[55] Εργαλείο που μοιάζει με τεράστιο σφυρί. Έχει βάρος 8-10 κιλά.

[56] ο ηγούμενος εκόντευε να σκάσει από τη στενοχώρια του

[57] εσκαλίζανε. Το ρήμα σγαρλάω χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει το σκάλισμα που κάνει η κότα όταν ψάχνει στο χωράφι για τροφή.

[58] ψέλνει

[59] τρέχοντας

[60] σάλτο

[61] καπάκι

[62] Να πας κατά την κορυφή του βουνού  (ο Βραχιώνας είναι αρκετά ψηλό βουνό, με υψόμετρο 750 μέτρα, το ψηλότερο του νησιού, με άγονες και βραχώδεις πλαγιές)

[63] εκείνον

[64] καβάλα στη πλάτη

[65] σάλτα, σαλτάρισε

[66] Να, ιδού

[67] να τον πελεκήσουμε για να ταιριάζει με την υπόλοιπη κατασκευή.

[68] Συμφορά τους

[69] αυτού

[70] στο αιώνα τον άπαντα θέλει να πεί ο Ντάντος

[71] εμιλούσαν


Σήμερα έγινε ήδη 1 visitors (1 hits) Εδώ!
=> Do you also want a homepage for free? Then click here! <=
αααααααααααααααααααααα